βιόδωρος

βῐό-δωρος, ον,
A life-giving,

ἀμαχανίας ἄκος Pi.Pae.3.26

;

νύμφαις . . ποταμοῦ παισίν β. A.Fr.168

(hex.);

αἶα S.Ph.1162

(lyr.): in late Prose,

γῆ Artem.2.39

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιόδωρος — βιόδωρος, ον (Α) αυτός που χαρίζει ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίος + δωρος < δώρον] …   Dictionary of Greek

  • βιόδωρος — life giving masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιόδωρον — βιόδωρος life giving masc/fem acc sg βιόδωρος life giving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιοδώροις — βιόδωρος life giving masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βι(ο)- — α συνθετικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίος. Χρησιμοποιείται ως α συνθετικό σε πολλές λέξεις της Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής και δηλώνει ότι το β συνθετικό έχει σχέση με τη ζωή ή τα έμβια όντα. Πρβλ. βιολόγος, βιομήχανος αρχ. βιαρκής, βιοδότης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.